
Η κυριαρχία του αυτοκινήτου στην πόλη δηλώνει μια συγκεκριμένη κυριαρχική σχέση με τον δημόσιο χώρο, μια σχέση που παρουσιάζει βαθιές αναλογίες με την ίδια την πατριαρχική λογική εξουσίας.
Πράγματι, το αυτοκίνητο δεν είναι απλά μέσο μετακίνησης· είναι ο καθοριστικός παράγοντας επιβολής μιας παραβιαστικής κουλτούρας ταχύτητας, ανταγωνισμού, ατομικής ισχύος και διαρκούς διεκδίκησης του κοινού χώρου για ιδιωτική χρήση, εις βάρος των πιο αδύναμων σωμάτων. Είναι ένα ιδιωτικό, θωρακισμένο και ισχυρό σώμα που εισβάλλει στον κοινό χώρο, καταλαμβάνει, εκτοπίζει, και απαιτεί από τον πεζό και τον ποδηλάτη-τα εκτεθειμένα σώματα, χωρίς την υλική ισχύ, την ταχύτητα και τη de facto χωρική προτεραιότητα της μηχανής-να υποχωρούν,να προσαρμόζονται, να προσέχουν. Η αυτοκινητοκεντρική πόλη, με άλλα λόγια, δεν διανέμει τον χώρο ισότιμα ανάμεσα στα σώματα· τον ιεραρχεί, και αποξενώνει τα σώματα από αυτόν.
Η λογική αυτή ακολουθεί ένα γνώριμο μοτίβο. Στη γυναίκα λένε να μην κυκλοφορεί αργά, να προσέχει τι φοράει, πού πηγαίνει και με ποιον. Στον πεζό λένε να φοράει ανακλαστικά, να μην κοιτάει το κινητό, να «έχει τον νου του». Και στις δύο περιπτώσεις η ευθύνη μετατοπίζεται από τη δομή που εκθέτει στο σώμα που εκτίθεται. Η βία του ισχυρού παρουσιάζεται ως φυσική συνθήκη, και η επιβίωση του αδύναμου ως ζήτημα προσωπικής επαγρύπνησης.
Η ειρωνεία είναι προφανής. Οι δομές υγείας, οι εκστρατείες ενημέρωσης και τα δελτία ειδήσεων μάς συστήνουν να περπατάμε, να κινούμαστε, να βγαίνουμε έξω: για την καρδιά, για το άγχος, για τα χρόνια που έρχονται. Την ίδια στιγμή, ο δρόμος όπου καλούμαστε να περπατήσουμε μας αντιμετωπίζει ως εμπόδιο: πεζοδρόμια κατειλημμένα από σταθμευμένα αυτοκίνητα, διαβάσεις που τις περνάμε βιαστικά, ο αέρας βαρύς από τα καυσαέρια. Η υγεία ανατίθεται στην ατομική πειθαρχία/ευθύνη, ενώ ο χώρος που θα την έκανε δυνατή μένει παραχωρημένος στη μηχανή. Το σώμα καλείται να κινηθεί, αλλά του στερούν τον τόπο όπου θα μπορούσε να κινηθεί χωρίς φόβο. Το σημερινό μας περπάτημα, αργό, συλλογικό, προσεκτικό στο σώμα, είναι μια μικρή πρόβα αυτής της πόλης που διεκδικούμε.
Το αυτοκίνητο υπήρξε στην Ελλάδα κάτι περισσότερο από μέσο μετακίνησης: υπόσχεση ανόδου, αυτονομίας, ελευθερίας. Η επιθυμία αυτή είναι θεμιτή. Η πόλη όμως δεν κράτησε την υπόσχεση. Η ελευθερία έγινε ώρες στο μποτιλιάρισμα, κύκλοι για μια θέση στάθμευσης, έξοδα που βαραίνουν το σπίτι, και ένας δρόμος όπου κανείς δεν νιώθει ασφαλής, ούτε ο ίδιος ο οδηγός. Και επειδή μέσα στον ανταγωνισμό η ασφάλεια δεν έρχεται ποτέ, η απάντηση παραπέμπει σε μεγαλύτερα οχήματα (SUV), με μεγαλύτερο αποτύπωμα και μεγαλύτερο κίνδυνο για τα σώματα γύρω τους: μια μακάβρια κούρσα εξοπλισμών ενάντια στον συνάνθρωπο, στον συμπολίτη, που κανείς δεν κερδίζει. Πολλοί από εμάς οδηγούμε όχι επειδή το επιλέξαμε, αλλά επειδή η ίδια η πόλη μάς εξανάγκασε σε αυτό, καταστρέφοντας ή υποβαθμίζοντας κάθε άλλη εναλλακτική. Η διεκδίκησή μας λοιπόν δεν στρέφεται κατά των οδηγών, αλλά κατά της δομής που μας έκανε όλους εξαρτημένους από το αυτοκίνητο. Διεκδικούμε την ενεργή απεξάρτηση της πόλης από το ΙΧ: ανάκτηση του δημόσιου χώρου που σήμερα καταλαμβάνει η στάθμευση και η κυκλοφορία, συχνές και αξιόπιστες συγκοινωνίες, ασφαλείς διαδρομές για πεζούς και ποδήλατα, γειτονιές όπου τα βασικά βρίσκονται σε απόσταση περπατήματος. Δεν αρκεί να προστεθούν εναλλακτικές δίπλα στο αυτοκίνητο· χρειάζεται ταυτόχρονα να περιοριστεί ο χώρος και η ισχύς που του έχουν παραχωρηθεί, αλλιώς κάθε κερδισμένος χώρος θα ξαναγεμίζει με ΙΧ.
Πρόκειται, με αυτή την έννοια, για μια διαρκή περίφραξη του κοινού: ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού, όπου η ατομική ελευθερία κινητικότητας πραγματοποιείται μέσα από την ιδιωτική κατάληψη, και την ταυτόχρονη συρρίκνωση, της ελευθερίας των άλλων. Η πόλη σχεδιάζεται έτσι ώστε να προστατεύει και να πολλαπλασιάζει την ισχύ του ισχυρότερου χρήστη, αντί να οργανώνει τον χώρο με βάση τη φροντίδα, την αλληλεγγύη και την προστασία του ευάλωτου.
Η έμφυλη διάσταση αυτής της σχέσης είναι καθοριστική. Όταν ο δημόσιος χώρος είναι ταυτόχρονα κυριαρχούμενος από το αυτοκίνητο και ανασφαλής για τις γυναίκες, η ελεύθερη πρόσβαση στην πόλη δεν κατανέμεται ισότιμα. Η γυναίκα μαθαίνει να αποφεύγει, να προσέχει, να περιορίζει τις διαδρομές και τις ώρες μετακίνησής της. Κι όμως, είναι κυρίως οι γυναίκες που κάνουν τις μικρές, αλυσιδωτές διαδρομές της φροντίδας για το σχολείο, το φαρμακείο, τη λαϊκή και στους ηλικιωμένους γονείς, συνήθως πεζές ή με τη συγκοινωνία, σε μια πόλη σχεδιασμένη γύρω από την ευθεία διαδρομή σπίτι–δουλειά. Αυτό αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην ποδηλασία: εκεί όπου η πόλη προσφέρει ασφαλείς υποδομές (π.χ. Ολλανδία, Δανία) και απο-μηχανοποιεί τον δρόμο, η γυναικεία χρήση του ποδηλάτου είναι ίση ή και μεγαλύτερη από την ανδρική· εκεί όπου ο δρόμος παραμένει χώρος επιθετικής κυκλοφορίας και σωματικής έκθεσης, η ποδηλασία γίνεται δυσανάλογα ανδρική δραστηριότητα.
Εδώ η πόλη παράγει μια σκληρή αντίφαση. Για πολλές γυναίκες το αυτοκίνητο γίνεται καταφύγιο: ένα κλειδωμένο κέλυφος απέναντι στο βλέμμα, την παρενόχληση, τη νυχτερινή ερημιά. Όμως η προστασία αυτή αγοράζεται με την υιοθέτηση της μορφής του ισχυρού. Η θωράκιση δεν ρωτά ποιος κάθεται στο τιμόνι. Η ισχύς, η ταχύτητα και η προτεραιότητα είναι εγγεγραμμένες στο ίδιο το μεταλλικό σώμα, και όποιος το κατοικεί καλείται να κινηθεί σύμφωνα με αυτές: να πιέσει τον πεζό, να διεκδικήσει τη λωρίδα, να κερδίσει τον χρόνο του εις βάρος του χρόνου των άλλων. Έτσι ο φόβος λύνεται ατομικά και αναπαράγεται συλλογικά. Κάθε σώμα που αποσύρεται από τον δρόμο μέσα στο κέλυφος τον αφήνει πιο άδειο, πιο γρήγορο, πιο εχθρικό για όσες και όσους μένουν έξω, δηλαδή σε άλλες γυναίκες, με το καρότσι, με τα ψώνια, με το παιδί από το χέρι. Δεν πρόκειται για ατομική ενοχή. Πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο μια πατριαρχική δομή απορροφά ακόμη και εκείνες που απειλεί: τους προσφέρει προστασία με αντάλλαγμα να της μοιάσουν.
Η απελευθέρωση από την κυριαρχία του αυτοκινήτου, και η ανάκτηση του δρόμου (Reclaim the Streets) για την ανθρώπινη κλίμακα, δεν αφορά μόνο την κυκλοφορία, την ατμοσφαιρική ρύπανση ή την κλιματική αλλαγή. Αφορά την ίδια τη δημοκρατία του δημόσιου χώρου: το αν η πόλη θα οργανώνεται γύρω από τον ισχυρότερο και ταχύτερο, ή γύρω από τον πιο ευάλωτο και την ανάγκη φροντίδας του.
Ορέστης Κολοκούρης – Ηλίας Μαρμαράς